Το 2013 το γραφείο μας ανέλαβε την υπόθεση τριών αλλοδαπών , οικονομικών μεταναστών  που από το 2002 ζούσαν και εργάζονταν νόμιμα στην Ελλάδα, οι οποίοι  αδίκως κατηγορήθηκαν  από πολίτη ότι προέβησαν στην πράξη της ληστείας εναντίον του. Συγκεκριμένα, ένας οδηγός ταξί, 3 μήνες μετά την ληστεία που είχε σημειωθεί σε βάρος του, είδε ένα βράδυ τρεις αλλοδαπούς να περπατάνε στο πεζοδρόμιο  του δρόμου που είχε σημειωθεί η ληστεία και κατήγγειλε ότι αυτοί ήταν οι δράστες της ληστείας σε βάρος του. Παρά το γεγονός ότι κανείς άλλος οδηγός ταξί που είχε πέσει θύμα ληστειών στην περιοχή δεν τους αναγνώρισε,  παρά το γεγονός ότι δήλωναν αθώοι και μάλιστα ένας από αυτούς απουσίαζε και από την Ελλάδα την ημέρα που υποτίθεται είχε γίνει η ληστεία σε βάρος του μηνυτή, κρατήθηκαν προσωρινά γιατί ο μηνυτής «δεν είχε καμία αμφιβολία» , «ήταν απολύτως σίγουρος και τους «αναγνώρισε».

Το γραφείο μας ανέλαβε την υπεράσπισή τους λίγες ημέρες πριν το πρώτο Δικαστήριο και αφού ήταν ήδη ένα χρόνο περίπου προφυλακισμένοι. Μετά από αγώνα,  την 820/2013 απόφαση του Γ Μονομελούς ΕφετείοΑθηνών πετύχαμε την  αθώωσή τους. 

 

Λίγες ημέρες μετά εισαγάγαμε αίτηση για αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο  και το Γ’ Μονομελές Εφετείο  Κακουργημάτων Αθηνών  επιδίκασε  με την υπ’ αρίθμ. 114/10-1-2014 απόφασή του  το ποσό των 9.375 ευρώ στον καθένα, ως αποζημίωση  για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη από την άδικη κράτησή τους.

 

Ακολούθως, καταθέσαμε  αγωγή αποζημίωσης κατά του μηνυτή για  την προσβολή προσωπικότητας του ενός από τους παραπάνω  και με την υπ’ αρίθμ. 4267/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έγινε τελεσίδικη και αμετάκλητη , αναγνωρίστηκε το δικαίωμα να καταβληθεί το ποσό των 10.000 ευρώ  σε αυτόν   από τον μηνυτή λογω της τεράστιας ηθικής βλάβης που είχε υποστεί.

Το Δικαστήριο μεταξύ άλλων , δέχτηκε τα ακόλουθα:

«‘’ […] Κατά συνέπεια ο εναγόμενος έσφαλε όταν με απόλυτη βεβαιότητα κατέθετε ενόρκως στις 6-1-2012 ενώπιον των αστυνομικών του Α/Τ Κολωνού και στις 22-3-2013 ενώπιον του Γ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ότι ο ενάγων ήταν συναυτουργός σε ληστεία που έλαβε χώρα στις 19-10-2011. Μάλιστα σύμφωνα με τα διδάγματα της ανακριτικής πρακτικής, η ως άνω προανακριτική κατάθεση του εναγομένου, λόγω του γεγονότος ότι σε αυτή δήλωνε απόλυτα βέβαιος για την συναυτουργική δράση του ενάγοντος κατά την τέλεση της εις βάρος του ληστείας, ήταν εκείνη που κατά κύριο λόγο συνέβαλε στη δημιουργία σοβαρών ενδείξεων ενοχής του ενάγοντος. Ακολούθως, οδήγησε κατ’ επέκταση αφενός στην έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης του ενάγοντος, αφετέρου στην εξακολούθηση και παράταση αυτής. Ωστόσο ο εναγόμενος κατά την προανακριτική κατάθεση αυτού, όταν κατέθεσε ως γεγονός την ως άνω δήθεν εμπλοκή του ενάγοντος, με λεπτομερή μάλιστα περιγραφή της συμμετοχικής του δράσης (δηλαδή ότι κάθισε στη θέση του συνοδηγού κλπ), επέδειξε αμέλεια. Ειδικότερα δεν κατέβαλε την επιμέλεια που οφείλει να καταβάλει το μέσο συνετό θύμα ληστείας του ιδίου με αυτόν επαγγελματικού και κοινωνικού κύκλου, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών. Σύμφωνα με το ανωτέρω μέτρο επιμέλειας ο εναγόμενος όφειλε να εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις αναφορικά με την εμπλοκή του ενάγοντος, οι οποίες απορρέουν από την κοινή λογική από τα εξής γεγονότα: Το συμβάν της ληστείας είχε λάβει χώρα περίπου 80 ημέρες πριν ο εναγόμενος δει και ‘’αναγνωρίσει’’ τον ενάγοντα ως ένα εκ των δραστών, επομένως ήταν εύλογο να έχει εξασθενίσει η μνήμη του εναγομένου αναφορικά με τη συγκράτηση των χαρακτηριστικών του προσώπου του ενάγοντος. Η εξασθένηση της μνήμης του εναγομένου ισχύει πολύ περισσότερο, λόγω του φόβου και της ταραχής που αυτός βίωσε κατά το συμβάν της ληστείας, καθώς απείλησαν τη ζωή του με μαχαίρι που τοποθέτησαν στο λαιμό του, καθώς και λόγω της έλλειψης φυσικού φωτισμού, τόσο κατά το συμβάν, όσο και κατά την ‘’αναγνώριση’’ στο δρόμο, που έλαβαν χώρα περίπου στις 03:40 και 02:40, αντίστοιχα. Περαιτέρω αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας ότι άτομα που ανήκουν στην ευρωπαϊκή φυλή δυσκολεύονται ιδιαιτέρως κατά την αναγνώριση ατόμων που ανήκουν σε κάποιες άλλες φυλές. Δεδομένου, λοιπόν, ότι ο εναγόμενος ανήκει στην ελληνική φυλή (δηλαδή σε κατηγορία της ευρωπαϊκής φυλής) και ο ενάγων στην πακιστανική φυλή (δηλαδή σε κατηγορία της ασιατικής φυλής), ήταν εύλογο ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίσει δυσκολία, επομένως να έχει κάποιες αμφιβολίες, κατά την ταυτοποίηση του ενάγοντος ως δράστη της σε βάρος του ληστείας. Επιπλέον από την αντικειμενική καλή πίστη, η οποία αποτελεί πηγή δικαίου και ως γνώμονας διέπει διάφορες πτυχές της κοινωνικής συμβίωσης, πηγάζει υποχρέωση επίδειξης ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας από μάρτυρες ως προς το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, ιδίως όταν με βάση αυτές εμπλέκονται πρόσωπα σε πράξεις κακουργηματικής φύσης, για τις οποίες υπό προϋποθέσεις προβλέπεται για τον δράστη τους προσωρινή κράτηση και – σε περίπτωση καταδίκης – ποινή κάθειρξης. Ο εναγόμενος ενήργησε αντίθετα με την ανωτέρω υποχρέωση αυτού, δηλώνοντας, ενώ δεν έπρεπε για τους προαναφερθέντες λόγους, απόλυτα βέβαιος για την εμπλοκή του ενάγοντος σε ληστεία εις βάρος του. Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου, ο ενάγων προφυλακίσθηκε άδικα περίπου για τετρακόσιες είκοσι (420) ημέρες, με αποτέλεσμα να στερηθεί την ελευθερία του και να προσβληθεί παράνομα η προσωπικότητα αυτού κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Ακολούθως υπέστη ψυχική ταραχή και στεναχώρια, δηλαδή ηθική βλάβη, με την χρηματική ικανοποίηση της οποίας βαρύνεται ο εναγόμενος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με τις δύο ένορκες καταθέσεις του ως μάρτυρας, παρουσίασε τον ενάγοντα ψευδώς ως ληστή ενώπιον τρίτων και συγκεκριμένα ενώπιον των αστυνομικών, των δικαστών, του εισαγγελέα, της γραμματέα έδρας και της δικηγόρου του. Κατ ‘αυτόν τον τρόπο ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια (με αμέλεια) την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, επομένως και την προσωπικότητα αυτού, τελώντας το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι συντρέχει λόγος άρσης της προσβολής της τιμής του ενάγοντος, διότι κατέθεσε ως μάρτυρας σε βάρος του προανακριτικά και στο ακροατήριο, προκειμένου να ασκήσει αφενός το δικαίωμα του για παροχή έννομης προστασίας, αφετέρου το καθήκον να καταθέσει ως μάρτυρας στην ποινική δίκη, είναι απορριπτέος κατ’ ουσίαν. Και τούτο διότι η εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος και η άσκηση δικαιώματος λειτουργούν ως λόγοι άρσης της προσβολής της τιμής, εφόσον λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με το Δίκαιο. Ωστόσο στην επίδικη περίπτωση ο εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων της αντικειμενικής καλής πίστης κατά τα προαναφερθέντα. Σύμφωνα με αυτή, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και το καθήκον μαρτυρίας δεν δικαιολογούν την κατάθεση αναληθών γεγονότων, όπως όσα κατέθεσε ο εναγόμενος. Με όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα, προσέβαλε παράνομα την τιμή και την υπόληψη αυτού και κατ’ επέκταση την προσωπικότητα του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει ψυχική ταραχή και στεναχώρια, δηλαδή ηθική βλάβη, με χρηματική ικανοποίηση της οποίας βαρύνεται ο εναγόμενος. Συνακόλουθα, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων κατά τα προπεριγραφέντα πρέπει να του επιδικαστεί, ενόψει ιδίως της φύσεως των πράξεων του εναγομένου, […] το εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ κατά το οποίον η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν.[…]’’


Με αυτό τον τρόπο , δικαιώθηκε ο αγώνας ενός ανθρώπου  που έμεινε 420 ημέρες προφυλακισμένος για μία πράξη που δεν έκανε.

Στην διάθεσή σας για κάθε επιπλέον πληροφορία
Ευαγγελία Ιγν. Παπαδοπούλου
Δικηγόρος.