Μου ζητήθηκε από Διευθυντή Παθολογικής μονάδας ιδιωτικής κλινικής να

γνωμοδοτήσω τον Νοέμβριο του 2018  για το εάν κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, μπορούν να είναι

υποχρεωτικοί οι εμβολιασμοί στο ιατρικο νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό της

κλινικής . Το ερώτημα αυτό τέθηκε μετά από άρνηση του προσωπικού να νοσηλευτεί για το απλό εμβόλιο της γρίπης. 

Περαιτέρω βέβαια, θα πρέπει να απαντηθούν και τα επιμέρους ερωτήματα που αναφύονται όπως:

α)αν είναι δικαίωμα απλώς και όχι υποχρέωση του πολίτη να εμβολιαστεί και επομένως αν αυτός έχει δικαίωμα να αρνηθεί τον εμβολιασμό, που δεν τον επιθυμεί ή  αν αντιθέτως έχει υποχρέωση εμβολιασμού

β)σε περίπτωση που ο πολίτης μπορεί να τον αρνηθεί, πώς ασκείται το δικαίωμα αυτό και με ποιες προϋποθέσεις;

γ)ποιος καθορίζει το όριο αυτό για κάθε επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία ασθένεια και με βάση ποια δεδομένα, ειδικότερα δε ως προς το ερώτημα αυτό πώς επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεων οι ενδιαφερόμενοι, δηλ. το Υπουργείο Υγείας, οι ιατρικοί σύλλογοι, οι ιατρικές εταιρίες κάθε ειδικότητος, οι απαιτήσεις των πολιτών και πώς τα αρμόδια εν τέλει δικαιοδοτικά όργανα, δηλαδή τα δικαστήρια, κρίνουν, όταν προσφύγουν σ’ αυτά κάποιοι από τους ενδιαφερόμενους; και τέλος

δ) αν ισχύουν συγκεκριμένοι κανόνες υποχρεωτικού εμβολιασμού , ποιος επιτρέπεται ίσως να εξαιρεθεί, με ποιους όρους (ας πούμε σε περίπτωση παρενεργειών) και με ποιες συνέπειες, για να εξασφαλιστεί η υγεία του γενικού πληθυσμού;



Το Συνταγματικό πλαίσιο.

Ως γνωστόν, όπως κάθε ιατρική πράξη, η διενέργεια εμβολιασμού προϋποθέτει

τη συναίνεση του προσώπου, ύστερα από κατάλληλη ενημέρωση. Αναγκαστική

υποβολή σε εμβολιασμό προκειμένου να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή

συμμετοχή, κατά συνέπεια, δεν νοείται στις δημοκρατικές κοινωνίες. Η ίδια η Εθνική

Επιτροπή Βιοηθικής στην από 26.5.2015 σύσταση που εξέδωσε επισημαίνει ότι η

συναίνεση του υπό εμβολιασμό προσώπου είναι προϋπόθεση sine qua non για τη

διενέργεια του εμβολιασμού.

Ωστόσο με μία απλή ανάγνωση των άρθρων 5 παρ 5 και 21 παρ 3 και 5

του Ελληνικού Συντάγματος, διαπιστώνουμε ότι : Ανάμεσα στη σύγκρουση

μεταξύ του ατομικού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής

άρνησης κάθε προσώπου σε βιοϊατρικές παρεμβάσεις (5 παρ.51) και της

Κρατικής μέριμνας για την προαγωγή της υγείας και την προστασία των πολιτών

για λόγους που ανάγονται στο δημόσιο συμφέρον (21 παρ.3 2και 53) , για να είναι

επιτρεπτός ο περιορισμός του ανωτέρω ατομικού δικαιώματος (το άρθρου 5 παρ.

5) θα πρέπει ο περιορισμός αυτός να εναρμονίζεται με την αρχή της

αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ).

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο έλεγχος του περιορισμού του μέτρου

ακολουθεί τρία στάδια: της καταλληλότητας, όπου ο περιορισμός για να είναι

κατάλληλος, πρέπει να επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, της αναγκαιότητας,

όπου ο περιορισμός είναι κατάλληλος όταν δεν είναι επαχθέστερος από το

αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μέτρου αλλά ο

λιγότερο επαχθής για το θιγόμενο αποδέκτη του μέτρου και τέλος

της συνάφειας μέσου προς το σκοπό, όπου μεταξύ του μέτρου και του

επιδιωκόμενου σκοπού πρέπει να υφίσταται μια εύλογη σχέση.

Ένας περιορισμός, και όταν ακόμα είναι κατάλληλος ή αναγκαίος, δεν

πρέπει να συνεπάγεται περισσότερα μειονεκτήματα για τα δικαιώματα του πολίτη

παρά πλεονεκτήματα για τα δημόσια ή ιδιωτικά συνταγματικά συμφέροντα, στην

προστασία των οποίων αποβλέπει. Με λίγα λόγια, το μέτρο είναι αναγκαίο, όταν

δεν είναι δυνατή η επιλογή ενός άλλου, εξίσου δραστικού μέτρου, το οποίο να

περιόριζε σε λιγότερο βαθμό ή και καθόλου την ατομική ελευθερία.

Ο νόμος

Με το άρθρο 33 του Ν.2676/1999, (ΦΕΚ 1/5-1-1999) καθιερώνεται η

υποχρεωτική προληπτική ιατρική με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη

μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών

καταστάσεων και η προληπτική αυτή ιατρική, κατά το ίδιο άρθρο του άνω νόμου,

περιλαμβάνει και τον εμβολιασμό παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το Εθνικό

Πρόγραμμα Εμβολιασμών στην Ελλάδα.

Πιο αναλυτικά, στο άρθρο 33 του ν. 2676/1999 ορίζεται ότι «1. Στα πλαίσια της

ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το

Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας τους καθιερώνεται η

υποχρεωτική προληπτική ιατρική, με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για

την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων.

Η προληπτική ιατρική περιλαμβάνει :

α. Εμβολιασμούς παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για

την Ελλάδα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.

β. Εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου.

γ. Εξετάσεις για την πρόληψη γυναικολογικών καρκίνων (test pap -μαστογραφία)».

Η συγκεκριμένη διάταξη, αν και περιλαμβάνει τους εμβολιασμούς στην

υποχρεωτική προληπτική ιατρική, έχει εγείρει αμφισβητήσεις για την

υποχρεωτικότητα εφαρμογής τους, καθώς πολλά άτομα για διάφορους λόγους

(θρησκευτικούς, οικονομικούς, αδιαφορίας κ.λπ.) επιλέγουν να μην. προβούν στις

συγκεκριμένες προληπτικές εξετάσεις χωρίς κύρωση ποινικής, αστικής ή διοικητικής

φύσεως. Αυτό γίνεται περισσότερο αντιληπτό στις περιπτώσεις των εξετάσεων

προγεννητικού ελέγχου και τις γυναικολογικές εξετάσεις, καθώς εν τέλει επαφίεται στη

βούληση των γυναικών η πραγματοποίησή τους.

Ωστόσο, εφόσον ο νόμος ομιλεί για υποχρεωτική προληπτική ιατρική, η

οποία περιλαμβάνει, κατά την άνω διάταξη, και τα εμβόλια, είναι προφανές και

συνάγεται σαφώς και ανενδοίαστα από το κείμενο του νόμου αυτού ότι ο νομοθέτης

θέλησε η διενέργεια των εμβολιασμών, που προβλέπονται στα πλαίσια του Εθνικού

Προγράμματος Εμβολιασμών, να μην εξαρτάται από την προαίρεση και την

ευχέρεια των προσώπων, στα οποία αφορούν, αλλά αυτά είναι κατ’αρχήν

υποχρεωμένα να τηρήσουν το νόμο και να εμβολιασθούν.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης του Υφυπουργού Εργασίας

25078/1938 «Περί εγκρίσεως κανονισμού ασθενείας Ιδρύματος Κοινωνικών

Υπηρεσιών» προβλέπεται ότι «Ιατρική περίθαλψις χορηγείται εφ’ εκάστης

περιπτώσεως ασθενείας καθ’ ην έκτασιν δικαιολογεί η σοβαρότης αυτής και
επιτρέπουσα τα διατιθέμενα εν τω τόπω επιστημονικά μέσα. Αυτή δέον να είναι

επαρκής και σκόπιμος, χωρίς όμως να υπερβαίνει το μέτρον του αναγκαίου.

Προληπτικοί εμβολιασμοί πάσης φύσεως συμπεριλαμβάνονται εις την ιατρικήν

περίθαλψιν».

 

Περαιτέρω στο άρθρο μόνο της αριθ. Φ7/οικ.1624/4.11.1999 κοινής

απόφασης των Υφυπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και

Υγείας και Πρόνοιας για τις «Υπηρεσίες προληπτικής ιατρικής που παρέχονται στους

ασφαλισμένους του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Οργανισμών», που εκδόθηκε

κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 33 § 3... ν.2676/1999, προβλέπεται ότι

«1. Με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και λήψη μέτρων για την πρόληψη της

εκδήλωσης ή την αποτροπή εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων καθιερώνονται τους

ασφαλισμένους του δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών καθώς και τα

μέλη των οικογενειών τους υποχρεωτικές παροχές προληπτικής ιατρικής ως εξής:

α. Εμβολιασμοί σε παιδιά και ενήλικες, σύμφωνα με το εγκεκριμένο κάθε φορά

από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών…»

Έτσι, (παραμερίζοντας το θέμα των παιδιών που δεν είναι της παρούσης

μελέτης) εξακολουθεί να ισχύει η υποχρεωτικότητα προσκόμισης πιστοποιητικών

τέλεσης των αναγκαίων εμβολιασμών για την εισαγωγή ασθενών σε θεραπευτήρια,

κέντρα ή προγράμματα φροντίδας κ.λπ. Για παράδειγμα, στο άρθρο 4 § 2 π.δ.

156/2009 που αφορά τον οργανισμό του θεραπευτηρίου χρόνιων παθήσεων παίδων

Αθηνών ορίζεται ότι «Για την εισαγωγή στο Θεραπευτήριο ή τη συμμετοχή σε

προγράμματα ημερήσιας φροντίδας ή αποκατάστασης οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να

προσκομίσουν στο Ίδρυμα τα παρακάτω δικαιολογητικά: … ζ) Βιβλιάριο Υγείας ή

ανάλογο πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι έχουν διενεργηθεί όλοι οι

απαραίτητοι εμβολιασμοί για την ηλικία του ατόμου, σύμφωνα με το εκάστοτε

Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών.» Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 π.δ. 169/2008

που αφορά την εισαγωγή στο Κέντρο Στήριξης Αυτιστικών Ατόμων Μαγνησίας

προβλέπεται ότι «Για την εισαγωγή στο Κέντρο ή τη συμμετοχή σε προγράμματα

ημερήσιας φροντίδας ή αποκατάστασης οι κηδεμόνες οφείλουν να προσκομίσουν στο

Ίδρυμα τα παρακάτω δικαιολογητικά: …

ζ) βιβλιάριο Υγείας ή ανάλογο πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι έχουν

διενεργηθεί όλοι οι απαραίτητοι εμβολιασμοί για την ηλικία του ατόμου, σύμφωνα με

το εκάστοτε Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών».

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει σε μια σειρά από νόμους, που εκδόθηκαν σε

χρονικές περιόδους με ιδιαίτερη έξαρση κάποιων συγκεκριμένων ασθενειών, και

προέβλεπαν την υποχρεωτικότητα συγκεκριμένων εμβολιασμών. Ενδεικτικό είναι

το άρθρο 7 ν. 4053/1960 αναφορικά με το αντιφυματικό εμβόλιο και το άρθρο 1 ν.

1658/1952 αναφορικά με το εμβόλιο κατά της διφθερίτιδας

Σύμφωνα με το με αριθ. πρωτ. Υ1/Γ.Π.161682/22.12.2008 έγγραφο της Δ/

νσης Δημόσιας Υγιεινής του Υπ. Υγείας & Κοιν. Αλληλεγγύης, η Εθνική Επιτροπή

Εμβολιασμών γνωμοδότησε ότι «είναι υποχρεωτικά όλα εκείνα τα εμβόλια που

είναι ενταγμένα στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και για αυτό δίνονται

δωρεάν στα πλαίσια προστασίας της Δημόσιας Υγείας. Μόνο σε περιπτώσεις ιατρικής

αντένδειξης, θα μπορούν οι γονείς να αρνηθούν τον εμβολιασμό των παιδιών τους».

 

Παράλληλα, με την υπ’ αριθ. πρωτ.Φ.6/451/115131/Γ1/16.9.2010/

ΥΠΔΒΜΘ εγκύκλιο προβλέπεται ότι «Οι γονείς που για οποιουσδήποτε άλλους

λόγους (προσωπικά δεδομένα και πιθανές παρενέργειες) δεν επιθυμούν τον

εμβολιασμό των παιδιών τους, οφείλουν να προσκομίζουν βεβαίωση ιατρικής

αντένδειξης από: α) Περιφερειακά Γενικά Νοσοκομεία, ή β) Δ/νσεις Υγιεινής ης

οικείας Νομαρχίας, ή γ) Ιατροκοινωνικά Κέντρα, ή δ) Ασφαλιστικούς φορείς, ή ε)

ιδιώτες ιατρούς, σύμφωνα με τον κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας Ν. 3418/28-11-2005

( ΦΕΚ 287 Α).»

Με λίγα λόγια, ο νομοθέτης αντισταθμίζοντας ττην αρχή της αναλογικότητας

και της προσφορότητας, ρυθμίζει το θέμα, στηριζόμενος εκ των πραγμάτων στα

δεδομένα της ιατρικής επιστήμης με δύο προφανείς στόχους:

• α) την υγεία των εμβολιαζομένων και

• β) την υγεία του γενικού πληθυσμού σε επίπεδο πρόληψης (την αποφυγή δηλ.

μετάδοσης ασθενειών και εξάπλωσης των μεταδοτικών λοιμώξεων, δηλ. την

αποφυγή επιδημιών).

Για το λόγο αυτό συντάσσεται το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, το

οποίο περιλαμβάνει τα γνωστά εμβόλια της διφθερίτιδας-κοκκύτη-τετάνου, της

πολυομελίτιδος, της αιμοφίλου ινφλουέντζας, του μηνιγγιτιδόκοκκου, της ιλαράς, της

παρωτίτιδος, της ερυθράς, της ηπατίτιδας Α και Β, της ανεμοβλογιάς.

Στην απόφαση του Υπ.Υγείας Υ1/ΓΠ 161682/2008 ορίζεται ότι η Εθνική

Επιτροπή Εμβολιασμών, ως αρμόδιος κατά το νόμο φορέας του Υπουργείου

Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, γνωμοδοτεί για τα υποχρεωτικά εμβόλια και

η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αποδέχεται ή μη τη γνωμοδότηση και

καθορίζει το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών, μετά την έκδοση κοινής υπουργικής

απόφασης του υπουργού Οικονομικών, του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής

Ασφάλισης και του υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.

 

Τέλος, στην εγκύκλιο Αρ. Πρωτ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 75890 με θέμα : «Οδηγίες για

την Εποχική Γρίπη 2018-2019 – Αντιγριπικός Εμβολιασμός» της διεύθυνσης

δημόσιας υγείας του υπουργείου υγείας, (ΑΔΑ 7Ν68465ΦΥΟ-ΟΥΓ) αναφέρεται

ρητά ότι : “Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της χώρας μας, ο

αντιγριπικός εμβολιασμός πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά σε άτομα που ανήκουν

στις παρακάτω ομάδες αυξημένου κινδύνου:


1. Εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό

προσωπικό και λοιποί εργαζόμενοι). …”

 

Οι Κυρώσεις

Ο Ελληνικός Ποινικός Κώδικας, αν και δεν περιλαμβάνει κάποια διάταξη που

να προβλέπει ποινικό κολασμό για τα πρόσωπα που δεν εμβολιάζονται ή τα πρόσωπα

(γονείς, επίτροποι, δικαστικοί συμπαραστάτες κ.λπ.) που δεν επιτρέπουν σε ανηλίκους

να εμβολιαστούν, ωστόσο, περιέχει διατάξεις που θα μπορούσαν να τύχουν

εφαρμογής σε ανάλογες περιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 284 ΠΚ

τιμωρείται η παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών.

Επίσης, στο άρθρο 425 ΠΚ καθίσταται ποινικά κολάσιμη η επικίνδυνη για την

υγεία συνάφεια εφόσον κάποιο πρόσωπο πάσχει από μεταδοτική ασθένεια.

Τέλος, στην περίπτωση του -όχι και τόσο σπάνιου απ’ ότι προκύπτει στην

πράξη- φαινομένου παιδίατροι να χορηγούν ψευδή βεβαίωση ιατρικής αντένδειξης

των εμβολίων ή ψευδή βεβαίωση πραγματοποίησης των προβλεπόμενων από το

 

Εθνικό Πρόγραμμα εμβολίων, εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 221 § 1 του ΠΚ.

 

Το ότι ο νόμος δεν προβλέπει άμεση συνέπεια, δηλαδή ποινή, για τις

περιπτώσεις που δεν θα εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 33 του Ν.2676/1999,

δεν αναιρεί τη δεσμευτικότητά του, που είναι δεδομένη, γιατί προφανώς ο

νομοθέτης, είτε από αβλεψία, είτε ίσως για άλλους λόγους, που σχετίζονται με τον

ήπιο τρόπο, με τον οποίο θέλησε να προσεγγίσει το θέμα, δεν συμπεριέλαβε στις

διατάξεις του άνω νόμου και πρόβλεψη για τιμωρία όσων δεν τον εφαρμόζουν,

στοχεύοντας ενδεχομένως στο να πείσει τους υποχρέους εξ ενδιαφέροντος να

τηρήσουν τις διατάξεις του, εν όψει και του αναμενόμενου βλαπτικού

αποτελέσματος από τη μη τήρηση του υποχρεωτικού εμβολιασμού, δηλαδή τον

κίνδυνο προσβολής από τη συγκεκριμένη νόσο.

Εξ άλλου και ανεξαρτήτως αυτών η μη τήρηση των συγκεκριμένων

διατάξεων και η μη συμμόρφωση σ’ αυτές μπορεί να ελεγχθεί και να τιμωρηθεί με

τις γενικές υγειονομικού ή άλλου χαρακτήρος διατάξεις, που αφορούν την

παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών ή τη διάδοση μεταδοτικής ή

λοιμώδους νόσου.

Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι το ότι υπάρχουν ενδεχομένως ιατρικές απόψεις

διαφορετικές, περί της υποχρεωτικότητας και της αναγκαιότητας του εμβολιασμού (ή

και της επικινδυνότητάς του ότι δηλαδή βλάπτει την υγεία των εμβολιαζομένων ή έτι

περαιτέρω ότι εξυπηρετεί συμφέροντα (των εταιριών, που κατασκευάζουν τα εμβόλια,

των φαρμακοποιών κλπ) δεν αρκεί για να παρακαμφθεί ο νόμος που είναι σαφής και

υποχρεωτικός: Εφόσον αρμοδίως κατά το νόμο έχει θεσπισθεί η υποχρεωτική

διενέργεια κάποιων εμβολίων, κατά τα προαναφερθέντα, δεν εναπόκειται στη

διακριτική ευχέρεια αυτών που υποχρεούνται να εμβολιασθούν να αρνηθούν τον

εμβολιασμό.

Εκείνο που μπορεί να κάνει οποιασδήποτε έχει αντίθετη άποψη είναι να

παρέμβει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων (εν προκειμένω στο Υπουργείο

Υγείας) και, εκθέτοντας την αντίθετη αυτή ιατρική του άποψη, να πείσει με τα

επιχειρήματά του ότι η ρύθμιση θα έπρεπε να είναι διαφορετική. Ο νομοθέτης

στηριζόμενος στην αποδεκτή και κρατούσα ιατρική γνώση και άποψη, νομοθετεί με

βάση τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή την υγεία των εμβολιαζομένων και την υγεία

του γενικού πληθυσμού, σε επίπεδο πρόληψης. Και το ότι ενδεχομένως δεν ελέγχεται

ή δεν ελέγχεται αποτελεσματικά η διενέργεια του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν

αναιρεί την υποχρεωτικότητά του, όπως αμέσως παραπάνω αναφέρθηκε.

Αν, παρά ταύτα, ο υπεύθυνος γιατρός ή νοσοκόμος ή νοσηλευτής έχει

σχετικές βάσιμες και τεκμηριωμένες πληροφορίες, που δικαιολογούν ή πολύ

περισσότερο επιβάλλουν τον μη εμβολιασμό σε συγκεκριμένο άτομο (π.χ. σε μια

έγκυο, της οποίας το κυοφορούμενο έμβρυο θα κινδυνεύσει να υποστεί

ανεπανόρθωτες βλάβες από τον εμβολιασμό) πρέπει, σταθμίζοντας τα πράγματα,

αφού πρώτα τεκμηριώσει απολύτως τις πληροφορίες για τον κίνδυνο, να κρίνει αν

πρέπει να αποφύγει τον εμβολιασμό, γιατί θα παραβίαζε την συνταγματικά

κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (μέσο προς σκοπό) .


Αν τελικά αποφασίσει να τον αποφύγει, πρέπει να λάβει συγχρόνως όλα τα

μέτρα που θα αποτρέψουν τη διάδοση και σε άλλους της απειλούμενης να

εκδηλωθεί ασθένειας, επιβάλλοντας ενδεχομένως συγκεκριμένους περιορισμούς

στην επαφή και επικοινωνία του μη εμβολιασθέντος με άλλους, αλλά και

ενημερώνοντας αμέσως τις αρμόδιες καθ΄ύλη υγειονομικές αρχές, ώστε να

λάβουν κι αυτές τα ενδεδειγμένα μέτρα, περαιτέρω να λάβει και ο ίδιος, αν

υπάρχουν, άλλα μέτρα που θα προστατεύσουν τον συγκεκριμένο μη εμβολιαζόμενο

από την ασθένεια, από την οποία θα τον προφύλαγε το εμβόλιο που δεν έγινε, ώστε

και αυτόν να προφυλάξει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό και το γενικό πληθυσμό να

προφυλάξει από τον κίνδυνο διάδοσης της συγκεκριμένης ασθένειας.

 

Αν εν τέλει οι προϊστάμενες αρχές (Υπουργείο, Υγειονομική περιφέρεια ή

όποιος άλλος είναι κατά το νόμο ιεραρχικά ανώτερος και αρμόδιος) δώσουν εντολή

στον γιατρό να χορηγήσει το εμβόλιο, ο ιατρός θα πρέπει να το κάνει, εκθέτοντας

εγγράφως τις απόψεις του, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει πιθανές εις βάρος του

μελλοντικές αιτιάσεις ή κατηγορίες, που μπορεί να προέλθουν είτε από το περιβάλλον

του εμβολιαζομένου, είτε από τρίτους και αποτελεσματικά να αμυνθεί, αν τυχόν του

ζητηθούν ευθύνες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις η συνεπής και λεπτομερής καταγραφή των

πραγματικών περιστατικών και των ενεργειών του γιατρού ή του νοσηλευτικού

προσωπικού σε κάποιο επίσημο έγγραφο (ημερολόγιο κλινικής, βιβλιάριο ασθενούς

κλπ) μπορεί ν’ αποδειχθεί σωτήρια, αν τα πράγματα εξελιχθούν άσχημα για

οιονδήποτε λόγο.


Επί των ερωτημάτων:

Επί των ερωτημάτων που μου τέθηκαν ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του

πληθυσμού είναι δικαίωμα και υποχρέωση του πολίτη υπό το πρίσμα της αρχής της

αναλογικότητας, ειδικά σε περιόδους έξαρσεις ασθενειών και σε ευπαθείς ομάδες

πληθυσμού όπου ο νομοθέτης έχει ρητά επιβάλλει τον εμβολιασμό.

Ρητά και σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της χώρας μας,

ο αντιγριπικός εμβολιασμός πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά σε άτομα που

ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου όπως εργαζόμενοι σε χώρους παροχής

υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και λοιποί εργαζόμενοι) οι

οποίοι ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ν αρνηθούν τον εμβολιασμό τους , ήτοι δεν υπάρχει

δικαίωμά τους να αρνηθούν τον εμβολιασμό, αν απλώς δεν τον επιθυμούν.

Άρνηση εμβολιασμού μπορεί να υπάρξει μόνο σε περιπτώσεις που με βάσιμες

και τεκμηριωμένες ιατρικές επιστημονικές απόψεις ο εμβολιασμός θα δημιουργήσει

περαιτέρω κίνδυνο στην ζωή του συγκεκριμένου ασθενή.

Αθήνα, 23 Νοεμβρίου 2018

Η γνωμοδοτούσα δικηγόρος.
Ευαγγελία Ιγν. Παπαδοπούλου